Υπάρχει μια παράξενη αυταπάτη που την ονομάζουμε «οικονομία», «πρόνοια» ή «συναισθηματικό δέσιμο», ενώ στην ουσία της είναι κάτι πολύ πιο βαρύ: η αδυναμία να αποχωριστούμε τα πράγματα. Όχι επειδή τα χρειαζόμαστε πραγματικά, αλλά επειδή φοβόμαστε το κενό που αφήνει πίσω του το πέταγμα.
Κρατάμε ρούχα «για αργότερα», για ένα παιδί που θα μεγαλώσει, για ένα παιδί που ίσως έρθει, για μια εκδοχή του μέλλοντος που έχουμε πλάσει στο μυαλό μας. Φυλάμε φορεματάκια και παπουτσάκια όχι επειδή τα χρησιμοποιούμε, αλλά επειδή αντιπροσωπεύουν μια στιγμή που πέρασε και δεν επιστρέφει. Έτσι, τα ράφια γεμίζουν, τα κουτιά πολλαπλασιάζονται και, χωρίς να το καταλάβουμε, δεν είναι πια τα πράγματα που μας υπηρετούν· είμαστε εμείς που υπηρετούμε εκείνα.
Το πιο ύπουλο στοιχείο αυτής της συνήθειας είναι η αθωότητά της. Τι κακό έχει να κρατήσεις ένα καλό ρούχο; Τι κακό έχει μια χαμένη κάλτσα, ένα μοναχικό γάντι, που «κάτι θα γίνει μ’ αυτό»; Υποσχόμαστε στον εαυτό μας ότι θα ράψουμε, θα μεταποιήσουμε, θα δημιουργήσουμε. Μα η αλήθεια είναι πως οι μέρες περνούν, τα χέρια δεν φτάνουν ποτέ, και οι υποσχέσεις στοιβάζονται δίπλα στα αντικείμενα.
Κάπου εκεί έρχεται η στιγμή της αποκάλυψης: πόσο χώρο καταλαμβάνει όλο αυτό; Όχι μόνο στο σπίτι, αλλά και μέσα μας. Οι γεμάτες ντουλάπες δεν είναι απλώς πρόβλημα οργάνωσης· είναι βάρος ψυχικό. Κάθε αντικείμενο που κρατάμε «γιατί κρίμα να πεταχτεί» απαιτεί χρόνο, φροντίδα, προσοχή. Και σιγά σιγά μας τραβά προς τα κάτω, σαν βούρκος φτιαγμένος από καλές προθέσεις.
Φυσικά, δεν είναι όλα για πέταμα. Υπάρχουν πράγματα που κουβαλούν μνήμη, αγάπη, οικογενειακή ιστορία. Αυτά δεν τα αγγίζεις εύκολα. Όμως άλλο η μνήμη κι άλλο η συσσώρευση. Άλλο να φυλάς ένα σύμβολο, κι άλλο να φυλακίζεσαι μέσα σε αντικείμενα που δεν έχουν πια ρόλο.
Η απελευθέρωση δεν έρχεται με μια ηρωική κίνηση καθαριότητας. Έρχεται σιγά σιγά, με μικρές αποφάσεις. Με το να δώσεις κάτι που αγάπησες σε κάποιον που το χρειάζεται τώρα. Με το να επιτρέψεις στα πράγματα να συνεχίσουν τη ζωή τους αλλού, αντί να σκονίζονται στο δικό σου σπίτι και στη δική σου συνείδηση.
Ίσως τότε καταλάβουμε πως το πραγματικό αντίδοτο στη συσσώρευση δεν είναι το πέταγμα, αλλά η προσφορά. Να αφήσουμε τα αντικείμενα να υπηρετήσουν ανθρώπους, όχι να γίνουν βάρος στο σπίτι και στη ψυχή μας. Γιατί στο τέλος, ελαφρύ σπίτι σημαίνει και ελαφρύτερη καρδιά.
-
Η χαρά της εξομολόγησης
Ολγα Κουτανινα
Όλοι οι Συγγραφείς