Υπάρχουν στιγμές όπου η επαφή μας με την αληθινή, ασκητική ζωή της Εκκλησίας μάς φανερώνει το μέγεθος της δικής μας αδυναμίας. Όταν διαβάζουμε για ερημίτες που πέρασαν δεκαετίες μέσα στη σιωπή, την προσευχή και την αυταπάρνηση, νιώθουμε μικροί, σχεδόν ξένοι μπροστά στην ακλόνητη αποφασιστικότητά τους. Η σύγχρονη γυναίκα, μητέρα, εργαζόμενη, δύσκολα μπορεί —και δεν χρειάζεται— να συγκριθεί με εκείνους τους βίους που διαμορφώθηκαν σε εντελώς άλλες εποχές, υπό άλλες συνθήκες.
Κι όμως, ένα ταξίδι σε ένα απομακρυσμένο μοναστήρι μπορεί να λειτουργήσει σαν καθρέφτης. Η αφήγηση της γυναίκας που επισκέφθηκε τον Νικολο-Μπαμπάεβσκι, ένα μοναστήρι με ελάχιστες ανέσεις, αποτυπώνει αυτό ακριβώς το σοκ που αισθανόμαστε όταν βλέπουμε την πνευματική ζωή στην πιο απαιτητική της μορφή: χωρίς θέρμανση, χωρίς ευκολίες, με όλο το βάρος της καθημερινότητας στραμμένο στην προσευχή. Εκεί, το ανθρώπινο μέτρο αλλάζει – και μαζί του αλλάζει και η αυτοεκτίμησή μας. «Μπορώ εγώ να σωθώ έτσι όπως ζω;» αναρωτιέται η συγγραφέας. Και κυρίως: «Μπορώ να σωθώ παραμένοντας μια γυναίκα που αγαπά την περιποίηση, τις κρέμες, τα όμορφα φορέματα;»
Αυτή η ερώτηση είναι χαρακτηριστική της εποχής μας, όπου η πνευματικότητα συχνά μπερδεύεται με την αυστηρότητα και η καθημερινή θηλυκότητα παρεξηγείται σαν περιττή προσκόλληση. Η απάντηση του πνευματικού της, ωστόσο, είναι αποστομωτική στην απλότητά της: το θέμα δεν είναι η κρέμα ή το φόρεμα — είναι η προσκόλληση της καρδιάς. Και εκεί φέρνει ως παράδειγμα την ίδια την Αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα Φεόντοροβνα, μια γυναίκα που συνδύαζε το αίσθημα ευθύνης, τη δέηση και τη θυσία με μια επιμελημένη εμφάνιση. Όχι γιατί κυνηγούσε τη ματαιοδοξία, αλλά γιατί ο ρόλος της το απαιτούσε. Κι όμως, μέσα της είχε πλήρη ελευθερία από οτιδήποτε γήινο.
Η ουσία, λοιπόν, δεν είναι να απαρνηθείς ό,τι σου αρέσει, αλλά να μην αφήσεις αυτό που σου αρέσει να γίνει ο κύριος της ζωής σου. Μπορεί μια γυναίκα να προσέχει τον εαυτό της, να θέλει να αρέσει στον σύζυγό της, να χαίρεται με κάτι όμορφο — χωρίς αυτό να σημαίνει ότι προσκυνά την εικόνα της. Ο Χριστός μίλησε ξεκάθαρα: «Ὅπου ἐστὶν ὁ θησαυρός σου, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία σου.» Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι «φοράς κρέμα;», αλλά «πού βρίσκεται το κέντρο της επιθυμίας σου;»
Η ίδια η αυτοκράτειρα το είχε διατυπώσει με μια χάρη που σήμερα μοιάζει σχεδόν χαμένη: καθώς η εξωτερική ομορφιά ξεθωριάζει, η ψυχή οφείλει να λάμπει ολοένα και περισσότερο. Η γυναίκα, έγραφε, δεν πρέπει να εγκαταλείπει την εμφάνισή της, αλλά να τη θέτει στην υπηρεσία της αγάπης και της οικογένειας, όχι της φιλαρέσκειας. Κι όλη αυτή η ισορροπία δεν μπορεί να κρατηθεί χωρίς έναν κρυφό άξονα: την αναφορά της καρδιάς στον Θεό.
Η ιστορία αυτή, τελικά, μας υπενθυμίζει κάτι πολύ απλό, αλλά βαθιά λυτρωτικό: η σωτηρία του καθενός δεν μετριέται με τη θερμοκρασία του κελιού του, ούτε με το πόσο αυστηρή είναι η ρουτίνα του. Μετριέται με το αν τοποθετεί τον Θεό στο κέντρο της ζωής του. Και αυτό μπορεί να το κάνει κανείς και με μάλλινη κάπα μέσα στο χιόνι, και με ένα ταπεινό, όμορφο φόρεμα μέσα στην πόλη.
Δεν είναι στα φορέματα το ζήτημα — είναι στην καρδιά.
-
Οι «λογιστές» της αγάπης των άλλων
Άννα Τουμαρκίνα
Όλοι οι Συγγραφείς