Λόγος της Αυτού Αγιότητος Πατριάρχου Κυρίλλου κατά τη 17η επέτειο της ενθρονίσεώς του μετά τη Θεία Λειτουργία στον Καθεδρικό Ναό του Χριστού του Σωτήρος
Global Orthodox
Διαβάστε περισσότερα

Σεβασμιώτατοι και Θεοφιλέστατοι Αρχιερείς!
Αξιότιμοι Ίγκορ Ολέγκοβιτς και Ντμίτρι Νικολάεβιτς!
Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές!

Σας ευχαριστώ από καρδιάς όλους για τις προσευχές σας, ιδιαιτέρως κατά την ημέρα αυτή, η οποία συνδέεται για μένα με ξεχωριστές αναμνήσεις και έχει καταστεί ένα πολύ σημαντικό ορόσημο της ζωής μου.

Σε πολλούς είναι γνωστό ότι γεννήθηκα σε ευσεβή οικογένεια, ότι ο παππούς μου ήταν ομολογητής της πίστεως και πέρασε από φυλακές και στρατόπεδα. Την ίδια μοίρα γνώρισε και ο πατέρας μου, αν και όχι τόσο δραματικά όσο στις αρχές της μεταεπαναστατικής περιόδου. Ωστόσο, ο Κόλπος Ναγκάεβα και η Κολυμά είναι γεωγραφικά ονόματα τα οποία απορρόφησα από την παιδική μου ηλικία μέσα από τις διηγήσεις του πατέρα και του παππού μου.

Στη μεταπολεμική περίοδο, μαζί με τις μεγάλες αλλαγές στη συνείδηση του τότε ηγέτη της χώρας, πραγματοποιήθηκε και μια αναδιάρθρωση των σχέσεων Εκκλησίας και κράτους. Από το 1945 έως το 1961 η Εκκλησία βρισκόταν σε σχετικά ευνοϊκές συνθήκες. Δεν μπορεί να λεχθεί ότι άνοιξαν πολλοί ναοί, όμως άνοιξαν. Δεν μπορεί να λεχθεί ότι πολλοί σπουδαστές φοιτούσαν στις θεολογικές μας σχολές, όμως φοιτούσαν. Με άλλα λόγια, αν και είχαν τεθεί ορισμένα όρια στην ανάπτυξη της εκκλησιαστικής ζωής, δεν υπήρχαν διωγμοί — δηλαδή εκείνη την περίοδο κανείς δεν υπέφερε για την πίστη.

Ακριβώς σε αυτή την εποχή συνέπεσε η παιδική μου ηλικία. Θυμάμαι πολύ καλά τις επισκέψεις μου στους ναούς του τότε Λένινγκραντ — τον ναό του Σμολένσκ στο Σμολένσκοιε Νεκροταφείο, τον Καθεδρικό του Αγίου Πρίγκιπος Βλαδιμήρου, τον Ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και τον Ναό του Αγίου Νικολάου. Ήδη από την παιδική μου ηλικία, η προσέλευση στον ναό ήταν για μένα μεγάλη χαρά· και παρότι οι ακολουθίες ήταν αρκετά μακρές, πάντοτε παρέμενα με προθυμία έως το τέλος. Ο ναός ήταν για μένα τόπος ζεστασιάς και χαράς, και ήδη από εκείνα τα παιδικά και νεανικά χρόνια ένιωθα την επιθυμία να αφιερώσω στην Εκκλησία το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου.

Έπειτα, όμως, ήρθαν πολύ επικίνδυνες εποχές. Το 1961, ο τότε κυβερνήτης δήλωσε ότι η παρούσα γενιά των σοβιετικών ανθρώπων θα ζούσε στον κομμουνισμό και ότι έως το 1980 ο κομμουνισμός θα είχε οικοδομηθεί. Το έχω πει και θα το επαναλάβω: επρόκειτο για ένα πρόγραμμα πλήρους καταστροφής της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Σε αυτά τα χρόνια συνέπεσαν οι σπουδές μου στο ιεροσπουδαστήριο και την ακαδημία, καθώς και η χειροτονία μου. Θυμάμαι τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι ιερείς μας, οι εφημέριοι και οι αρχιερατικοί επίτροποι ακόμη και για την επίλυση των πιο απλών ζητημάτων. Για παράδειγμα, η πρόσκληση του επιχωρίου αρχιερέως, του Μητροπολίτου Λένινγκραντ, για να προεξάρχει μιας ακολουθίας, έπρεπε οπωσδήποτε να εγκριθεί από τον εκπρόσωπο του Συμβουλίου Θρησκευτικών Υποθέσεων. Ο εκπρόσωπος αυτός ήταν, βεβαίως, εχθρός της Εκκλησίας, αλλά ανεχόταν το γεγονός ότι κάποιοι ιερείς εξακολουθούσαν να υπάρχουν — αφού δεν φυλακίζονταν, έπρεπε να τους υπομείνει. Ταυτόχρονα, όμως, έκανε ό,τι ήταν δυνατόν ώστε η εκκλησιαστική ζωή να μην επεκτείνεται ούτε να ενισχύεται.

Κάποια στιγμή με κάλεσε στο γραφείο του — πράγμα εξαιρετικά σπάνιο, να καλείται φοιτητής ιεροσπουδαστηρίου από τέτοιον αξιωματούχο. Η συζήτησή μας διήρκεσε τέσσερις ώρες! Ίσως δεν είναι απολύτως πρέπον να αναφερθώ σε μια ακόμη λεπτομέρεια, αλλά χωρίς αυτήν είναι δύσκολο να κατανοηθεί εκείνη η εποχή: καταναλώσαμε δύο φιάλες κονιάκ. Και τότε συνειδητοποίησα ότι, ναι, ήταν εχθρός — και μάλιστα ξεκάθαρα εχθρός — αλλά αν προσέφερε κονιάκ σε έναν φοιτητή και συνομιλούσε μαζί του επί τέσσερις ώρες, τότε κάτι μπορούσε να γίνει.

Και πιστέψτε με: παρά τις εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες, κάναμε πολλά. Ήμασταν οι πρώτοι που δεχθήκαμε στη Θεολογική Ακαδημία νέους με ανώτατη κοσμική εκπαίδευση. Ανοίξαμε αυτή τη δίοδο, και πολλοί απόφοιτοι του Πανεπιστημίου Μόσχας, του Πανεπιστημίου Λένινγκραντ και άλλων ιδρυμάτων άρχισαν να εισέρχονται στις σχολές μας. Αλλάξαμε τη σύνθεση του διδακτικού προσωπικού. Και, τέλος, κατανόησα ότι ήταν απολύτως αναγκαίο να παρέχεται εκπαίδευση και στις ορθόδοξες γυναίκες, διότι συχνά αποτελούν το στήριγμα της ενοριακής ζωής. Έτσι, έλαβα την απόφαση να καταβάλω κάθε δυνατή προσπάθεια για να ανοίξει στη Θεολογική Ακαδημία ένα μουσικό τμήμα, το οποίο ονομάσαμε τάξη ιεροψαλτών-διευθυντών χορωδίας. Εκεί εκπαιδεύονταν τόσο διευθυντές χορωδιών όσο και θεολογικά καταρτισμένες γυναίκες, οι οποίες αργότερα εργάστηκαν στα κατηχητικά σχολεία — τα οποία τότε δεν υπήρχαν ακόμη, αλλά στη συνέχεια δημιουργήθηκαν.

Τα αναφέρω όλα αυτά για να βοηθήσω όσους δεν το γνωρίζουν να κατανοήσουν την εποχή στην οποία ζήσαμε και, με βάση τη δραματική μας εμπειρία, να συνειδητοποιήσουν πόσο ισχυρός είναι ο Θεός. Καμία κρατική δύναμη, καμία υπερδύναμη, κανένα πολιτικό κόμμα δεν είναι ικανό να ανακόψει την πορεία της θείας Πρόνοιας. Μόνο ένα πράγμα μπορεί να την αναστείλει: η αδιαφορία του κλήρου, η αδυναμία να διαφυλαχθεί η πίστη στον όρκο, η απροθυμία για αυτοπεριορισμό, για άσκηση, για ρίσκο της προσωπικής ευημερίας.

Την εποχή για την οποία μιλώ, υπήρξαν και εκείνοι που απεκδύθηκαν το ιερατικό αξίωμα και εμφανίστηκαν δημόσια στην τηλεόραση δηλώνοντας ότι ο Θεός δεν υπάρχει. Μεταξύ αυτών ήταν και καθηγητής της Θεολογικής Ακαδημίας του Λένινγκραντ. Όλα αυτά αποσκοπούσαν στην πλήρη καταστροφή της ορθόδοξης πίστης. Υπήρχαν όμως και εξαίρετοι ιερείς που κήρυτταν με παρρησία τον Λόγο του Θεού — με τον κίνδυνο όχι μόνο να εκδιωχθούν από το τότε Λένινγκραντ στην περιφέρεια, αλλά ακόμη και να στερηθούν την ελευθερία τους.

Ευχαριστώ τον Θεό που ανάμεσα σε αυτούς τους ιερείς ήταν ο πατέρας μου και ο παππούς μου, επίσης ιερέας, ο οποίος πέρασε από φυλακές και στρατόπεδα μόνο και μόνο επειδή στήριξε τον Πατριάρχη Τύχωνα, στάθηκε στο πλευρό της Εκκλησίας και αγωνίστηκε κατά του ανακαινιστικού σχίσματος. Ο παππούς μου μου έλεγε: «Μη φοβάσαι ποτέ τίποτε! Να φοβάσαι μόνο τον Θεό και θα νικήσεις!» Αν αυτό μου το έλεγε κάποιος διανοούμενος που απλώς είχε διαβάσει ορισμένα βιβλία, δεν θα τον πίστευα. Όμως τα λόγια ενός ανθρώπου που πέρασε από φυλακές και στρατόπεδα και υπέφερε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του για τον Χριστό χαράχθηκαν για πάντα στη μνήμη μου.

«Μη φοβάσαι ποτέ τίποτε! Να φοβάσαι μόνο τον Θεό!» Πιστεύω ότι αυτή η αρχή, αυτό το σύνθημα, αν θέλετε, πρέπει να υπάρχει στη συνείδησή μας. Σήμερα, με το έλεος του Θεού, δεν έχουμε τίποτε να φοβηθούμε. Όπως έχω ήδη πει, οι αρχές μας — τόσο οι κεντρικές όσο και οι τοπικές — είναι ως επί το πλείστον ορθόδοξες. Λαμβάνουμε άδειες για την ανέγερση ναών, παραχωρούνται γήπεδα και, όπου χρειάζεται, παρέχεται ακόμη και υλική βοήθεια. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει πάντοτε να θυμόμαστε πώς μεταβαλλόταν στην ιστορία η θέση των τέκνων του Θεού, η θέση της Εκκλησίας. Και για να είμαστε σε θέση, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες και περιστάσεις, να παραμένουμε πιστοί στον Κύριο, οφείλουμε να διδασκόμαστε από την εμπειρία των προγόνων μας — πρωτίστως των νεομαρτύρων και ομολογητών της Εκκλησίας μας, καθώς και εκείνων των ομολογητών με τους οποίους συνδέομαι με δεσμούς αίματος.

Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω θερμά για τη συμμετοχή σας στη σημερινή Θεία Λειτουργία. Ιδιαιτέρως ευχαριστώ το επισκοπικό μας σώμα για την ενεργό εργασία του στην ανάπτυξη της επαρχιακής ζωής. Είναι γνωστή σε όλους η ίδρυση ορθοδόξων σχολείων — γενικών και κατηχητικών — καθώς και το έργο μας στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα και στις Ένοπλες Δυνάμεις· όλα εκείνα που κάποτε μόνο να ονειρευτούμε μπορούσαμε. Σήμερα, όμως, εξαρτάται αποκλειστικά από εμάς κατά πόσον αυτά τα μέσα, όταν χρησιμοποιούνται με σύνεση, μπορούν πράγματι να αποδώσουν καρπούς.

Υπάρχει μόνο ένα εμπόδιο που μπορεί να παρεμποδίσει την επιτυχία: η οκνηρία μας, η χλιαρότητά μας, η αδιαφορία μας, η έλλειψη εσωτερικού ζήλου, η απουσία της επιθυμίας να κάνουμε καθημερινά για τον Κύριο κάτι περισσότερο από ό,τι κάναμε χθες. Αυτό πρέπει να υπάρχει τόσο στις καρδιές όσο και στα μυαλά του επισκοπικού μας σώματος, από τη δράση του οποίου εξαρτάται το έργο του κλήρου και ολόκληρου του πιστού λαού μας.

Ευχαριστούμε τον Κύριο για την εποχή στην οποία ζούμε· για τις αρχές μας, για τον Πρόεδρό μας, για τον Πρωθυπουργό, για πολλούς υπουργούς και για πολλούς ανθρώπους που ηγούνται σημαντικών επιχειρήσεων και επιστημονικών κέντρων. Κάποτε ήταν αδύνατο να φανταστεί κανείς ότι θα γίνονταν ενεργά μέλη της Εκκλησίας. Σήμερα, όμως, η Εκκλησία καθίσταται πράγματι ισχυρή — όχι επειδή επιδιώκει πολιτικούς στόχους. Πολιτικά η Εκκλησία δεν είναι ισχυρή, διότι η πολιτική της είναι ξένη· αλλά ως πνευματική δύναμη του λαού γίνεται όλο και ισχυρότερη.

Και ιδού η ειλικρινής μου παράκληση προς το επισκοπικό σώμα και τον κλήρο μας: ποτέ να μη μειώνετε το επίπεδο της επιθυμίας να προσφέρετε περισσότερα και καλύτερα στην Εκκλησία. Κανείς από εμάς δεν έχει το δικαίωμα να πει: «Έκανα ό,τι μπορούσα· τώρα μπορώ να μειώσω τον ζήλο μου». Όταν το πούμε αυτό, ως αρχιποίμενες εισερχόμαστε αμέσως στον δρόμο της πνευματικής και διανοητικής παρακμής. Γι’ αυτό, ξανά και ξανά, σας καλώ όλους, αγαπητοί μου, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι σήμερα βρίσκονται εδώ πολλοί αδελφοί μου (και ότι μέσω της τηλεόρασης θα ακούσουν τα λόγια μου ακόμη περισσότεροι επίσκοποι και κληρικοί): να εργάζεστε σαν όλα να ήταν δύσκολα και όχι τόσο εύκολα όσο φαίνονται τώρα. Να θέτετε στόχους που δεν θέτουμε ακριβώς επειδή όλα φαίνονται καλά, και να αγωνίζεστε για την επίλυσή τους. Και το σημαντικότερο — να μετράτε την επιτυχία σας με βάση την κοινωνική πραγματικότητα εκείνων που αποκαλούνται Ορθόδοξοι. Από αυτά τα εκατομμύρια, πόσοι εκκλησιάζονται τα Σάββατα και τις Κυριακές; Πόσα παιδιά φοιτούν στα κατηχητικά σχολεία; Και τότε αυτά τα εκατομμύρια μετατρέπονται σε πολύ μικρότερα μεγέθη. Επομένως, αγαπητοί αρχιερείς, έχουμε μπροστά μας τεράστιο έργο. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αναπαύεται στις δάφνες του. Και θα παρακαλούσα τον Διευθύνοντα των Υποθέσεων, όχι πλέον σε ποιμαντικό αλλά σε εκκλησιαστικοδιοικητικό πλαίσιο, να βοηθά τους αδελφούς μας αρχιποιμένες και να ενημερώνει εγκαίρως τον Πατριάρχη τόσο για τις επιτυχίες όσο και, ενδεχομένως, για τις αδυναμίες.

Είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι όλοι εσείς, αγαπητοί μου αρχιερείς, όλους όσους ο Κύριος κάλεσε αυτή την εποχή στη διακονία, διαθέτετε και τις δυνατότητες και την παιδεία και τις δυνάμεις για να υπηρετήσετε ακριβώς με αυτόν τον τρόπο το έργο της ευημερίας της Μητέρας μας Εκκλησίας. Και για να μη δημιουργηθεί σε κανέναν η εντύπωση ότι στα λόγια μου υπάρχει κάποια κριτική — δεν υπάρχει! — θα ήθελα απλώς να σας ευχαριστήσω όλους από καρδιάς για τους κόπους σας, για τη διακονία σας και για όσα πράττετε σήμερα για την ενίσχυση της ορθόδοξης πίστης στη χώρα μας.

Σας ευχαριστώ και πάλι για τη συμμετοχή σας σε αυτή τη Θεία Λειτουργία και για τις προσευχές σας υπέρ εμού, του αναξίου.
Ο Κύριος να σας φυλάσσει!