Υπάρχει μια λεπτή αλλά καθοριστική διαφορά ανάμεσα στο «κάνω ένα καλό» και στο «αγαπώ». Η πρώτη φράση μπορεί να κρύβει μέσα της έναν αθέατο απολογισμό: μια εσωτερική λίστα όπου σημειώνουμε επιτυχίες, ένα ηθικό βιογραφικό που χτίζουμε για να νιώθουμε επαρκείς. Η δεύτερη, όμως, δεν αντέχει λογαριασμούς.
Κάποτε προσευχόμουν κάθε πρωί να μου δώσει ο Θεός μια ευκαιρία να κάνω κάτι καλό μέσα στη μέρα. Έστω ένα. Κι όταν μια άγνωστη γυναίκα στον ναό μού ζήτησε βοήθεια για να ρυθμίσει το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στο κινητό της, το είδα ως «απάντηση» στην προσευχή μου. Να η ευκαιρία. Να το καλό της ημέρας.
Μέσα σε λιγότερο από ένα λεπτό, όλα κατέρρευσαν. Μια φράση της —«δεν ξέρετε καλά, μάλλον»— άγγιξε το εγώ μου. Αντί να μείνω στη βοήθεια, έμεινα στην προσβολή. Αντί να ακούσω την ανάγκη της, άκουσα τον εαυτό μου. Της επέστρεψα το τηλέφωνο και απομακρύνθηκα εκνευρισμένη. Και μάλιστα μέσα στον ναό.
Η απογοήτευση ήταν διπλή: όχι μόνο απέτυχα να κάνω το «καλό της ημέρας», αλλά αποκαλύφθηκε και το κίνητρό μου. Μήπως τελικά δεν ήθελα να βοηθήσω από αγάπη, αλλά για να επιβεβαιώσω ότι «είμαι καλή»; Μήπως ζητούσα ευκαιρίες καλοσύνης για να βάζω ένα ακόμη τσεκ στο αόρατο τετράδιό μου;
Σε μια συζήτηση που ακολούθησε, άκουσα μια φράση που με ταρακούνησε: «Πήρες περισσότερα απ’ όσα ζήτησες». Δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να κάνω ένα καλό. Μου δόθηκε η ευκαιρία να δω την αδυναμία μου. Να δω πόσο εύθραυστη ήταν η “καλοσύνη” μου μπροστά σε μια μικρή πληγή του εγωισμού.
Ο απόστολος Απόστολος Παύλος γράφει ότι χωρίς αγάπη είμαστε «χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον». Πόσες φορές δεν γινόμαστε ακριβώς αυτό; Κάνουμε θόρυβο με τις πράξεις μας, αλλά μέσα τους λείπει το κέντρο: η ταπείνωση, η διάθεση να υπηρετήσουμε χωρίς αντάλλαγμα, χωρίς εσωτερικό χειροκρότημα.
Η αληθινή καλοσύνη πονά λίγο τον εγωισμό. Δεν αντιδρά όταν θίγεται. Δεν αποσύρεται όταν δεν αναγνωρίζεται. Δεν κρατά σημειώσεις. Είναι μια ήσυχη απόφαση: «Θα σταθώ δίπλα σου, ακόμη κι αν δεν με καταλάβεις, ακόμη κι αν με παρεξηγήσεις».
Όταν βρήκα το θάρρος να ζητήσω συγγνώμη από εκείνη τη γυναίκα, συνέβη κάτι απλό αλλά λυτρωτικό. Κι εκείνη ήθελε να ζητήσει συγγνώμη. Το πρόβλημα με το τηλέφωνο λύθηκε εύκολα. Το πρόβλημα μέσα μου ήταν το δύσκολο — κι αυτό άρχισε να λύνεται μόνο όταν παραδέχθηκα την αλήθεια.
Ζούμε σε μια κοινωνία που μετρά τα πάντα: επιδόσεις, επιτυχίες, ακόμη και τις “καλές πράξεις”. Όμως η αγάπη δεν μετριέται. Ή υπάρχει ή δεν υπάρχει. Και ίσως το πιο μεγάλο καλό που μπορούμε να ζητάμε στην προσευχή μας δεν είναι μια ευκαιρία για πράξη, αλλά μια καρδιά ικανή να αγαπά χωρίς «τικ» και χωρίς τίτλους.
Γιατί τελικά, το ζητούμενο δεν είναι να κάνουμε το καλό «για το τσεκ». Είναι να μάθουμε να αγαπάμε — ακόμη κι όταν κανείς δεν το βλέπει.
-
Σαν στις κατακόμβες: η σιωπηλή δύναμη της νυχτερινής Λειτουργίας
Νατάλια Λάνγκαμερ
Όλοι οι Συγγραφείς