Αγαπώ τις υπαίθριες αγορές, τα παζάρια, τα μικρά φεστιβάλ χειροτεχνίας. Πρόσφατα βρέθηκα σε ένα μεγάλο vintage κατάστημα στο κέντρο της Μόσχα. Αντίκες, ρούχα άλλων δεκαετιών, κοσμήματα, μικροέπιπλα, αντικείμενα από τα μέσα του 20ού αιώνα μέχρι την εποχή της περεστρόικα. Ένας μικρός λαβύρινθος μνήμης.
Μπαίνοντας, ένιωσα σαν να γύρισα στα παιδικά μου χρόνια: δεκαετία του ’80, ύστερη Σοβιετική Ένωση, εποχή Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Για μια στιγμή μου φάνηκε πως άκουγα ιταλική ποπ από ένα παλιό κασετόφωνο — και πράγματι, λίγο αργότερα ακούστηκε ο Adriano Celentano. Ένα προφανές, αλλά αποτελεσματικό τέχνασμα νοσταλγίας. Η μουσική λειτουργούσε σαν χρονομηχανή.
Περπατούσα ανάμεσα στα ράφια και με τύλιγε μια γλυκόπικρη αίσθηση. Η μυρωδιά του «παλιού». Η επιθυμία να αποκτήσω κάτι — οτιδήποτε — για να κρατήσω αυτή τη συγκίνηση στα χέρια μου. Ένα μικρό πορσελάνινο φλιτζάνι. Ένα πλαστικό βραχιολάκι σαν εκείνο που φορούσε η καλύτερή μου φίλη στην πρώτη δημοτικού. Κι έπειτα, ένα κεχριμπαρένιο κολιέ. Το κεχριμπάρι πάντα με μάγευε· σαν να έκλεινε μέσα του έναν παγωμένο κόσμο.
Το φόρεσα μπροστά σε έναν μεγάλο καθρέφτη, στολισμένο με ψεύτικα λουλούδια. Για μια στιγμή, είδα τον εαυτό μου «ντυμένο» με το παρελθόν. Και τότε — το κολιέ έσπασε. Η κλωστή, φθαρμένη από τον χρόνο, υποχώρησε. Οι χρυσές και μελί χάντρες σκορπίστηκαν στο πάτωμα. Μαζί τους και η ψευδαίσθηση ότι μπορούσα να αγοράσω λίγη από τη χαμένη αθωότητα.
Εκείνη τη στιγμή ήρθε στον νου μου η παραβολή του άφρονος πλουσίου από το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο: «Καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω…» — και η αυστηρή υπενθύμιση: «Ἄφρων, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ». Πόσο εύκολα συσσωρεύουμε «θησαυρούς» που ο χρόνος διαλύει, όπως τη φθαρμένη κλωστή ενός κοσμήματος.
Αντικείμενα που κάποτε ήταν δυσεύρετα, που άνθρωποι περίμεναν γι’ αυτά σε ουρές ή τα εξασφάλιζαν «με μέσον», τώρα στέκουν ξεχασμένα σε ράφια. Η αξία τους άλλαξε, όπως αλλάζουν όλα τα υλικά πράγματα. Αυτό που χθες ήταν πολυπόθητο, σήμερα είναι διακοσμητικό κατάλοιπο μιας εποχής.
Η νοσταλγία είναι γλυκιά, αλλά μπορεί να γίνει παγίδα. Μας πείθει ότι αν αποκτήσουμε κάτι από το παρελθόν, θα ανακτήσουμε και το συναίσθημα που το συνόδευε. Όμως ούτε η παιδικότητα αγοράζεται, ούτε ο χρόνος επιστρέφει. Οι αναμνήσεις δεν χρειάζονται βιτρίνα· ζουν μέσα μας.
Φεύγοντας από το κατάστημα, δεν κρατούσα σακούλες. Κρατούσα, όμως, ένα μάθημα. Να μην επενδύω την καρδιά μου σε πράγματα που φθείρονται. Να αναζητώ θησαυρούς που δεν διαλύονται στο πάτωμα ενός καταστήματος. Θησαυρούς πνευματικούς, που δεν ξεθωριάζουν, δεν παλιώνουν, δεν σπάζουν.
Ίσως τελικά το κολιέ να έσπασε την κατάλληλη στιγμή. Για να μη σπάσει κάτι πιο πολύτιμο: η εσωτερική πυξίδα που δείχνει τι αξίζει πραγματικά.
-
Όχι «για το τσεκ»: όταν η καλοσύνη δοκιμάζει τον εγωισμό μας
Αλιόνα Μπογκολιούμποβα
Όλοι οι Συγγραφείς