Ο απόστολος Παύλος γράφει στην προς Ρωμαίους επιστολή ότι «ους δε προώρισε, τούτους και εκάλεσε». Η θεία κλήση είναι πάντοτε μυστήριο. Δεν επιβάλλεται ούτε εξηγείται εύκολα. Συχνά φτάνει στον άνθρωπο με τρόπους που δεν θα μπορούσε ποτέ να προβλέψει.
Θυμάμαι την ιστορία μιας φίλης μου, που φωτίζει αυτή την αλήθεια με τρόπο απλό αλλά βαθιά συγκινητικό.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, σε μια εποχή που πολλοί ακόμη δίσταζαν να εκδηλώσουν ανοιχτά την πίστη τους, η οικογένειά της βρισκόταν μακριά από την εκκλησιαστική ζωή. Ο πατέρας ήταν βαπτισμένος, όμως η μητέρα και τα δύο μικρά παιδιά παρέμεναν αβάπτιστα.
Η μητέρα αισθανόταν συχνά την ανάγκη να μπει σε έναν ναό. Κάθε φορά όμως που περνούσε το κατώφλι, ένιωθε ένα έντονο κάψιμο στα πόδια, σαν να πατούσε πάνω σε αναμμένα κάρβουνα. Το αίσθημα αυτό την τρόμαζε τόσο, ώστε έβγαινε γρήγορα από την εκκλησία χωρίς να μπορεί να εξηγήσει τι της συνέβαινε. Είτε κάποιος το ερμηνεύσει ως πνευματική δοκιμασία είτε ως μια βαθιά προσωπική εμπειρία, το γεγονός είναι ότι η αναζήτησή της δεν έσβησε.
Όταν μίλησε στον σύζυγό της, εκείνος πήρε μια απόφαση που έμελλε να αλλάξει την πορεία της οικογένειας: να βαπτιστούν η ίδια και τα δύο παιδιά. Έτσι κι έγινε.
Παρά το γεγονός ότι οι γονείς δεν απέκτησαν στη συνέχεια ενεργή εκκλησιαστική ζωή, εκείνο το Μυστήριο άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ψυχή της μικρής κόρης.
Λίγο μετά το βάπτισμά της, καθώς βρισκόταν στο χωριό της γιαγιάς της, βγήκε μόνη της στη φύση. Όπως μου περιέγραψε χρόνια αργότερα, αισθάνθηκε με όλη της την ύπαρξη την παρουσία του Θεού. Έβλεπε τη δημιουργία με άλλα μάτια: τον ουρανό, τον αέρα, το χορτάρι, όλα έμοιαζαν να μαρτυρούν τον Δημιουργό τους. Δεν ήταν μια εμπειρία που μπορούσε να αποδείξει· ήταν όμως αρκετά δυνατή ώστε να καθορίσει ολόκληρη τη ζωή της.
Στα δεκατρία της άρχισε να πηγαίνει μόνη της στην εκκλησία. Λίγα χρόνια αργότερα συμμετείχε στο αναλόγιο και, όσο περνούσε ο χρόνος, η πίστη της γινόταν ολοένα βαθύτερη. Το βάπτισμα δεν υπήρξε γι' αυτήν ένα οικογενειακό έθιμο ούτε μια κοινωνική υποχρέωση. Υπήρξε η απαρχή μιας ζωντανής σχέσης με τον Θεό.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διδάσκει ότι το βάπτισμα δεν είναι απλώς άφεση αμαρτιών, αλλά μια νέα γέννηση. Μια καινούργια αρχή. Μια αναδημιουργία του ανθρώπου.
Ίσως εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη πρόκληση για όλους μας. Τα Μυστήρια της Εκκλησίας δεν λειτουργούν μαγικά ούτε καταργούν την ελευθερία μας. Ο Θεός προσφέρει τη χάρη Του, αλλά δεν εξαναγκάζει κανέναν να ζήσει μέσα σε αυτήν. Το βάπτισμα ανοίγει την πηγή της ζωής· όμως ο άνθρωπος καλείται να πλησιάσει και να πιει από το νερό της.
Πόσοι άραγε έχουμε βαπτιστεί, αλλά ζούμε σαν να μην έχουμε ποτέ ανακαλύψει το περιεχόμενο αυτού του δώρου; Και πόσοι θεωρούμε το βάπτισμα απλώς μια όμορφη οικογενειακή τελετή, χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι αποτελεί την είσοδο σε μια νέα ζωή;
Η ιστορία της φίλης μου υπενθυμίζει ότι η χάρη του Θεού μπορεί να φυτευτεί στην καρδιά ενός ανθρώπου και να καρποφορήσει αργότερα, όταν εκείνος επιλέξει ελεύθερα να ανταποκριθεί στην κλήση της. Ο Θεός πάντοτε καλεί. Η απάντηση, όμως, παραμένει δική μας.
Ίσως αυτή να είναι και η ουσία του Μυστηρίου του Βαπτίσματος: όχι ότι αλλάζει τη ζωή μας χωρίς τη θέλησή μας, αλλά ότι μας χαρίζει τη δυνατότητα να αρχίσουμε ξανά. Και αυτή η δυνατότητα είναι ένα από τα μεγαλύτερα δώρα που μπορεί να λάβει ο άνθρωπος.
-
Το σημαντικότερο μάθημα δεν ήταν μέσα στο βιβλίο
Τατιάνα Λιουμπομίρσκαγια
Όλοι οι Συγγραφείς