Τη γιορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού τίμησαν την Κυριακή 4 Οκτωβρίου στη Μονή του Τιμίου Σταυρού στη Δυτική Ιερουσαλήμ, μία από τις αρχαιότερες ορθόδοξες μονές των Αγίων Τόπων.
Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, στον συγκεκριμένο τόπο ο Λωτ, ανιψιός του Αβραάμ, φύτεψε το δέντρο από το ξύλο του οποίου κατασκευάστηκε αργότερα ο Σταυρός πάνω στον οποίο σταυρώθηκε ο Ιησούς Χριστός.
Της πανηγυρικής Θείας Λειτουργίας προεξήρχε ο Αρχιεπίσκοπος Αβήλων Δωρόθεος. Στο Ιερό Συλλείτουργο συμμετείχαν κληρικοί του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, εκπρόσωπος της Ρωσικής Εκκλησιαστικής Αποστολής, καθώς και προσκεκλημένοι από την Ελλάδα. Παρόντες ήταν επίσης διπλωματικοί εκπρόσωποι της Ελλάδας και της Γεωργίας.
Κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας τη μονή επισκέφθηκε ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Θεόφιλος, ο οποίος προσκύνησε τα ιερά κειμήλια και ενημερώθηκε για τις εργασίες αποκατάστασης που βρίσκονται σε εξέλιξη. Οι εργασίες περιλαμβάνουν τη συντήρηση παλαιών εικόνων, εκκλησιαστικών κειμηλίων και βιβλίων της μοναστηριακής βιβλιοθήκης.

Στο επίκεντρο του πατριαρχικού μηνύματος βρέθηκε ο Σταυρός ως σύμβολο της χριστιανικής ελπίδας και της σωτηρίας. Το μήνυμα του Πατριάρχη Θεοφίλου αναγνώστηκε κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας από τον ηγούμενο της μονής, Αρχιμανδρίτη Χριστόδουλο.
Ο Πατριάρχης αναφέρθηκε στα λόγια του Αποστόλου Παύλου σχετικά με το κήρυγμα του Σταυρού, το οποίο για ορισμένους θεωρείται «μωρία», ενώ για τους πιστούς αποτελεί «δύναμη Θεού».
Η ιστορία της μονής ανάγεται στους βυζαντινούς χρόνους. Αρχαιολογικές έρευνες στον κεντρικό ναό έχουν αποκαλύψει τμήματα ψηφιδωτού δαπέδου που χρονολογούνται περίπου στο 1040, ενώ η χριστιανική παρουσία στον χώρο θεωρείται ακόμη παλαιότερη.
Ο ναός καταστράφηκε από τα περσικά στρατεύματα το 614 και στη συνέχεια αποκαταστάθηκε από το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων.
Κατά τον Μεσαίωνα, η μονή εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του γεωργιανού, ή ιβηρικού, μοναχισμού στους Αγίους Τόπους. Περισσότεροι από εκατό μοναχοί ασκήτευσαν εκεί, ενώ αρκετοί ασχολήθηκαν με τη θεολογία, τις επιστήμες και τις τέχνες.
Με τη μονή συνδέεται και το όνομα του σημαντικού Γεωργιανού ποιητή του 12ου αιώνα Σότα Ρουσταβέλι. Σύμφωνα με την παράδοση, πέρασε εκεί τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Η σημερινή μορφή του μοναστηριακού συγκροτήματος διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό κατά τον 19ο αιώνα. Τη δεκαετία του 1850 πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες οικοδομικές εργασίες, οι οποίες συνδέθηκαν με τη δημιουργία θεολογικής σχολής. Το συγκρότημα περιλαμβάνει σήμερα τον ναό, παρεκκλήσια, βιβλιοθήκη, εκπαιδευτικούς χώρους και εσωτερικές αυλές.
Ξεχωριστή θέση στην ιστορία της μονής κατέχει η Σχολή του Τιμίου Σταυρού, ένα από τα σημαντικότερα θεολογικά εκπαιδευτικά ιδρύματα του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων.
Η σχολή λειτούργησε από τον 19ο έως τις αρχές του 20ού αιώνα και ανέδειξε σημαντικούς ορθόδοξους θεολόγους και κληρικούς. Σε επίσημα στοιχεία του Πατριαρχείου η λειτουργία της τοποθετείται στα έτη 1845–1909, ενώ σε νεότερη αναφορά γίνεται λόγος για την περίοδο 1844–1909.
Μεταξύ των αποφοίτων της ήταν ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος και ο μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης. Η μονή αποτέλεσε έτσι όχι μόνο τόπο προσευχής και μοναστικής ζωής, αλλά και σημαντικό κέντρο της ορθόδοξης θεολογικής παιδείας στους Αγίους Τόπους.
Η εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού στη συγκεκριμένη μονή τελείται μία εβδομάδα μετά την κύρια εκκλησιαστική εορτή. Η ιδιαίτερη αυτή πρακτική συνδέεται με την αρχαία παράδοση για την προέλευση του ξύλου του Σταυρού.
Κατά την παράδοση, ο Λωτ φύτεψε στον συγκεκριμένο τόπο ένα δέντρο αποτελούμενο από τρία είδη ξύλου — κέδρο, κυπαρίσσι και πεύκο. Αργότερα, σύμφωνα με την παράδοση, το ξύλο του χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του Σταυρού του Χριστού.
Στο βορειοδυτικό τμήμα του κεντρικού ναού βρίσκεται παρεκκλήσι όπου απεικονίζονται τα γεγονότα που συνδέονται με αυτή την παράδοση. Εκεί τελείται κάθε χρόνο και η ιδιαίτερη ακολουθία της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.
-
Η κατάλληλη στιγμή
Αλιόνα Μπογκολιούμποβα
Όλοι οι Συγγραφείς